Εγγραφή για e-mail
Ανακοίνωση
| 0.00000 |
| 0.00000 |
| 1.95583 |
| 0.00000 |
|
Δημοσιεύματα
Αρμοδιότητες του ιδιωτικού δικαστικού επιμελητή σύμφωνα με το άρθρο 18 του Νόμου περί ιδιωτικών δικαστικών επιμελητώνΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 18 ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΠΕΡΙ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΜΕΛΗΤΩΝ (ΝΙΔΕ) Με τον Νόμο περί ιδιωτικών δικαστικών επιμελητών (εν ισχύι από την 01/09/2005, ΦΕΚ 43 της 20/05/2005, τροποποιήθηκε ΦΕΚ 39 της 12/05/2006, τροποποιήθηκε ΦΕΚ 31 της 13/04/2007, τροποποιήθηκε ΦΕΚ 59 της 20/07/2007, τροποποιήθηκε ΦΕΚ 64 της 07/08/2007) ο νομοθέτης πραγματοποίησε μια σπουδαία μεταρρύθμιση στη δικαστική διαδικασία στη Δημοκρατία της Βουλγαρίας. Ο ΝΙΔΕ ρυθμίζει την οργάνωση και το νομικό καθεστώς των ιδιωτικών δικαστικών επιμελητών, καθώς και τις αρμοδιότητες και τις υποχρεώσεις του ιδιωτικού δικαστικού επιμελητή ως προσώπου, στο οποίο το κράτος αναθέτει καθήκοντα αναγκαστικής ικανοποίησης αγωγών του ιδιωτικού δικαίου. Παρόμοια με τον Νόμο περί Δικαστικής Εξουσίας (ΦΕΚ 64 της 07/08/2007), ο οποίος ρυθμίζει το νομικό καθεστώς και τις αρμοδιότητες της δικαστικής εξουσίας, ο ΝΙΔΕ αποτελεί οργανωτικό νομοθέτημα. Πρέπει να σημειωθεί ότι παρατηρείται τάση προς μεταβίβαση της νομικής ρύθμισης των αρμοδιοτήτων του ιδιωτικού δικαστικού επιμελητή προς τον νόμο δικαστικής διαδικασίας – σ’ αυτή τη σχέση ο νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (ΦΕΚ 59 της 20/07/2007 ) στο άρθρο 431 περιέχει λεπτομερέστερες και πιο εκτενείς ρυθμίσεις σε σχέση με το άρθρο 328 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Ο σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να βοηθήσει για τη διασάφηση του περιεχομένου των αρμοδιοτήτων των ιδιωτικών δικαστικών επιμελητών σύμφωνα με το άρθρο 18 του ΝΙΔΕ. Η διάταξη του άρθρου 18 του ΝΙΔΕ που τιτλοφορείται “άλλες ενέργειες του ιδιωτικού δικαστικού επιμελητή”, είναι ενδιαφέρουσα, πρωτότυπη και πρώτ’ απ’ όλα αρκετά πρακτική. Στην ουσία στις επιμέρους παραγράφους αυτής της διάταξης προβλέπονται ορισμένες αρμοδιότητες του ιδιωτικού δικαστικού επιμελητή που συμπληρώνουν τις αρμοδιότητές του δυνάμει του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ). Εξεταζόμενο σε συστηματική σχέση με το άρθρο 6 του ΝΙΔΕ, το οποίο προβλέπει την ασυμβατότητα της ιδιότητας του ιδιωτικού δικαστικού επιμελητή με την άσκηση άλλης επαγγελματικής δραστηριότητας, εκτός από την εφαρμογή των ρυθμιζόμενων από τον ΚΠΔ εκτελεστικών μεθόδων, το άρθρο 18 του ΝΙΔΕ ρυθμίζει διεξοδικά τις περιπτώσεις, στις οποίες ο δικαστικός επιμελητής μπορεί να ασκεί άλλη δραστηριότητα. Στις υποθέσεις των παραγράφων 1-4 του άρθρου 18 του ΝΙΔΕ προβλέπεται ανάθεση από ενάγοντα, ενεχυροδανειστή ή από τις πλευρές της εκτελεστικής διαδικασίας, για να προκύψουν οι αντίστοιχες αρμοδιότητες του ιδιωτικού δικαστικού επιμελητή. Χωρίς αυτή την ανάθεση ο ιδιωτικός δικαστικός επιμελητής δεν έχει το δικαίωμα να τελεί τις ενέργειες που προβλέπονται σ’ αυτές τις διατάξεις. Η ανάθεση στις αναφερόμενες περιπτώσεις αποτελεί δήλωση εξουσιοδότησης ορισμένων προσώπων, η οποία έχει ως αποτέλεσμα να προκύψουν αρμοδιότητες του ιδιωτικού δικαστικού επιμελητή, τις οποίες ο ίδιος δεν διαθέτει ex officio1. Οι σχέσεις που προκύπτουν μεταξύ του ιδιωτικού δικαστικού επιμελητή και του προσώπου που του αναθέτει την εκτέλεση ορισμένων ενεργειών, μόνο μοιάζουν με τη νομική σχέση εντολής που προκύπτει από σύμβαση εντολής ή σύμβαση αμοιβής. Πρέπει να τονιστεί ότι ο ιδιωτικός δικαστικός επιμελητής διατηρεί το ειδικό νομικό καθεστώς προσώπου, στο οποίο το κράτος έχει αναθέσει αρμοδιότητες του δημόσιου δικαίου. Να γιατί στις υποθέσεις του άρθρου 18, παρ. 1 του ΝΙΔΕ ο ιδιωτικός δικαστικός επιμελητής δεν χάνει την ανεξαρτησία του και δεν μετατρέπεται σε εντολοδόχο ή μεσίτη του ενάγοντος, αλλά εξακολουθεί να είναι επίσημο όργανο που ασκεί αρμοδιότητες που του έχει αναθέσει το κράτος. Ακόμη και στην υπόθεση της παρ. 4, κατά την οποία ο ενεχυροδανειστής αναθέτει στον ιδιωτικό δικαστικό επιμελητή την πραγματοποίηση πώλησης περιουσίας, πάνω στην οποία έχει ιδρυθεί ειδικό ενέχυρο σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου περί Ειδικών Ενεχύρων και η οποία είναι πιο κοντά στις σχέσεις εντολής, οι σχέσεις μεταξύ του εντολέα και του ιδιωτικού δικαστικού επιμελητή δεν είναι ισάξιες. Η ιδιαιτερότητα του νομικού καθεστώτος του δικαστικού επιμελητή και οι αρμοδιότητές του για την αναγκαστική εκτέλεση επιβάλλουν την εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου περί Ειδικών Ενεχύρων να γίνεται με κατάλληλο τρόπο και να εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις του ΝΙΔΕ. Όσον αφορά στη μορφή, με την οποία γίνεται η ανάθεση, πρέπει να σημειωθεί πως δεν είναι απαραίτητο αυτή να γίνει οπωσδήποτε υπό τη μορφή σύμβασης. Δεν υπάρχει εμπόδιο ακόμη στην αίτηση για την έναρξη της εκτελεστικής δίκης ή αργότερα με άλλη αίτηση ο ενάγων (η πλευρά, η οποία συνήθως είναι εντολέας) να αναφέρει ότι αναθέτει στον ιδιωτικό δικαστικό επιμελητή να τελέσει ορισμένες ενέργειες. Μ’ αυτή την έννοια η ανάθεση πρέπει να είναι σε γραπτή μορφή. Παρόλο που υφίσταται ανάθεση από τον ενάγοντα και αποδοχή από τον ιδιωτικό δικαστικό επιμελητή να τελέσει τις ανατεθείσες ενέργειες, μεταξύ τους δεν προκύπτει συμβατική νομική σχέση.
Μπορούμε να σκεφτούμε αν σε περίπτωση έλλειψης ανάθεσης ο ενάγων μπορεί να εγκρίνει ενέργειες του ιδιωτικού δικαστικού επιμελητή (π.χ. να εγκρίνει την επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης από πλευράς του ιδιωτικού δικαστικού επιμελητή). Από την άποψη οικονομίας στη δικαστική διαδικασία και ταχύτητας της δίκης θα μπορούσε να δοθεί θετική απάντηση. Παρ. (1) Με εντολή του ενάγοντος ο ιδιωτικός δικαστικός επιμελητής μπορεί σε σχέση με την εκτελεστική διαδικασία να ερευνά την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη, να κάνει έρευνες, να λαμβάνει έγγραφα κ.α., να καθορίζει τον τρόπο της εκτέλεσης, καθώς και να είναι επιτηρητής της καταγραμμένης περιουσίας. Αυτή η διάταξη είναι σε σχέση με το άρθρο 16 του ΝΙΔΕ, το οποίο παραχωρεί στον ιδιωτικό δικαστικό επιμελητή το δικαίωμα πρόσβασης στις δικαστικές και διοικητικές υπηρεσίες και σε άλλα πρόσωπα που τηρούν κατάστιχα περιουσίας, και από τις οποίες μπορούν να συγκεντρωθούν πληροφορίες για τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη. Ύστερα από την εφαρμογή του νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αυτές οι αρμοδιότητες του ιδιωτικού δικαστικού επιμελητή θα ρυθμιστούν από το άρθρο 431, παρ. 3 του νέου ΚΠΔ. Η διάταξη του άρθρου 18, παρ. 1 του ΝΙΔΕ έχει πολύ ευρύτερο περιεχόμενο και σημασία για τη διαδικασία. Αυτή η διάταξη επιτρέπει στον ιδιωτικό δικαστικό επιμελητή να αναλάβει την πρωτοβουλία για την εξερεύνηση της συνολικής οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη, να προβαίνει σε εκτελεστικές ενέργειες και να είναι επιτηρητής της περιουσίας, στην οποία αναφέρεται η εκτέλεση.
Υποβάλλοντας αίτηση για την έναρξη της εκτέλεσης του άρθρου 323, παρ. 1 του ΚΠΔ (άρθρου 426, παρ. 1 του νέου ΚΠΔ), ο ενάγων οφείλει να καθορίσει τον τρόπο της εκτέλεσης, δηλαδή να καθορίσει εκτελεστική μέθοδο (άρθρο 323, παρ. 3 του ΚΠΔ, άρθρο 426, παρ. 2 του νέου ΚΠΔ). Δυνάμει του άρθρου 18, παρ. 1 του ΝΙΔΕ, αντί αυτού ο ενάγων μπορεί να αναθέσει στον ιδιωτικό δικαστικό επιμελητή το δικαίωμα να καθορίσει τον τρόπο εκτέλεσης και τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, στα οποία να αναφερθεί η αναγκαστική εκτέλεση. Έτσι ο ιδιωτικός δικαστικός επιμελητής μετατρέπεται σε ενεργό κινητήρα της εκτελεστικής διαδικασίας, ενώ ταυτόχρονα απαλλάσσει τον ενάγοντα από το βάρος να εντοπίζει τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, να διαλέγει εκτελεστική μέθοδο και να ζητά την εφαρμογή εκτελεστικών ενεργειών. Μ’ αυτό τον τρόπο ο ενάγων εξοικονομεί προσπάθειες, χρόνο και δαπάνες, ιδιαίτερα έχοντας υπόψη ότι ο ίδιος έχει ήδη καταβάλει προσπάθειες και μέσα ώστε να εφοδιαστεί με εκτελεστικό έγγραφο που πιστοποιεί το δικαίωμα προς εκτέλεση. Ταυτόχρονα πρέπει να ληφθεί υπόψη η ευθύνη για έκνομη αναγκαστική εκτέλεση. Κατ’ αρχήν ο ενάγων ευθύνεται για την υλική ανομία της εκτελεστικής εκτέλεσης, ενώ ο δικαστικός επιμελητής ευθύνεται σε περίπτωση δικαστικής ανομίας2. Η ευθύνη για τη νόμιμη έναρξη και πραγματοποίηση των εκτελεστικών ενεργειών σε περίπτωση ανάθεσης του άρθρου 18, παρ. 1 του ΝΙΔΕ φέρεται τόσο από τον δικαστικό επιμελητή, όσο και από τον ενάγοντα. Ο ενάγων ευθύνεται για τις ζημιές από υλικά έκνομη αναγκαστική εκτέλεση βάσει των διατάξεων για έκνομη ζημιά (άρθρο 336, παρ. 3 του ΚΠΔ, άρθρο 440, παρ. 3 του νέου ΚΠΔ). Σε περίπτωση αν ο ιδιωτικός δικαστικός επιμελητής έχει δεχτεί την εντολή πραγματοποίησης εκτελεστικών ενεργειών, ο ίδιος ευθύνεται και για υλική ανομία – για την εφαρμογή της εκτέλεσης σε ξένη περιουσία3. Σ’ αυτή τη σχέση η ευθύνη του ιδιωτικού δικαστικού επιμελητή και του ενάγοντος μπορεί να βασιστεί κατ’ αναλογία με το άρθρο 49 του Νόμου περί Υποχρεώσεων και Συμβάσεων (ΝΥΣ), ο οποίος προβλέπει πως “εκείνος, ο οποίος έχει αναθέσει σε άλλο πρόσωπο ορισμένη εργασία. ευθύνεται για τις ζημιές που έχει επιφέρει κατά ή με αφορμή της εκτέλεσης αυτής της εργασίας.” Για την ευθύνη του άρθρου 49 του ΝΥΣ δεν έχει σημασία με ποιο τρόπο έχει ανατεθεί η εργασία – με σχέσης εξηρτημένης εργασίας, με σύμβαση εντολής, με διοικητική πράξη ή με άλλο τρόπο4. Ιδού γιατί με τις ενέργειές του ο ιδιωτικός δικαστικός επιμελητής δεσμεύει την ευθύνη του ενάγοντος, ο οποίος ευθύνεται βάσει των κανονισμών έκνομης ζημιάς ως εντολέας της εργασίας. Η ευθύνη του άρθρου 49 του ΝΥΣ είναι υπό τους όρους της μη πραγματικής αλληλεγγύης.
Ενόψει της ευθύνης που αναλαμβάνει και με την οποία δεσμεύει και τον ενάγοντα, στον ιδιωτικό δικαστικό επιμελητή πρέπει να αναγνωριστεί το δικαίωμα (και την υποχρέωση) να κρίνει τη νομιμότητα των πραγματοποιούμενων εκτελεστικών ενεργειών, τις νομικές συνέπειες των νομικών γεγονότων που προκύπτουν κατά τη διαδικασία, καθώς και το δικαίωμα να διακόψει τις εκτελεστικές ενέργειες ή να παραιτηθεί από κάποιο τρόπο εκτέλεσης σε περίπτωση κινδύνου να ακολουθήσουν ζημιές. Σ’ αυτή την περίπτωση δεν μπορεί να εφαρμοστεί η υποχρέωση του ιδιωτικού δικαστικού επιμελητή για εκτέλεση που προβλέπεται στο άρθρο 19 του ΝΙΔΕ.
Ως μια ειδική υπόθεση θα ήταν ωφέλιμο να αναγνωριστεί το δικαίωμα του ιδιωτικού δικαστικού επιμελητή (ύστερα από την ανάθεση του άρθρου 18) να εφεσιβάλει την άρνηση δικαστή καταχωρίσεων να καταχωρίσει συντηρητική κατάσχεση σε ακίνητο – αντίθετα θεωρεί το Περιφερειακό Δικαστήριο της πόλης Χ. σε Απόφαση περί της ιδιωτικής αστικής υπόθεσης αρ. 497/2007, όπου στα επιχειρήματά του το δικαστήριο αποδέχεται πως ο ιδιωτικός δικαστικός επιμελητής δεν ανήκει στον κύκλο των προσώπων που δικαιούνται να εφεσιβάλουν την απόφαση και πως δεν έχει νομικό συμφέρον έφεσης, αντίθετα με τις πλευρές. Παρ. (2) Με εντολή του οφειλέτη και/ή του δανειστή ο ιδιωτικός δικαστικός επιμελητής μπορεί σε σχέση με την εκτελεστική διαδικασία να είναι επιτηρητής της ενεχυριασμένης περιουσίας. Αυτή η διάταξη δημιουργεί τη νομική δυνατότητα στον ιδιωτικό δικαστικό επιμελητή να ανατεθούν οι αρμοδιότητες επιτηρητή ορισμένης ενεχυριασμένης περιουσίας – π.χ. κατά την υπόθεση του άρθρου 250 του ΚΠΔ (άρθρου 414 σε σχέση με το άρθρο 420 του νέου ΚΠΔ), το οποίο προβλέπει σε περίπτωση παρουσίασης αντιρρήσεων από τον οφειλέτη προς τη διαταγή εκτέλεσης, εκδοθείσα σε μη δικαστική εκτελεστική βάση, τη δυνατότητα το δικαστήριο να διατάξει διακοπή της εκτελεστικής διαδικασίας σε περίπτωση παρουσίασης κατάλληλης εξασφάλισης για τον δανειστή σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 180-181 του ΝΥΣ. Απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση αυτού του δικαιώματος του ιδιωτικού δικαστικού επιμελητή είναι να γίνει καταγραφή των δοθέντων προς εξασφάλιση αντικειμένων – ανεξάρτητα αν η καταγραφή γίνεται μόνο για εξασφάλιση ή κατά την αναγκαστική εκτέλεση. Απαιτείται ανάθεση, η οποία μπορεί να γίνει τόσο από τον ενάγοντα, όσο και από τον οφειλέτη. Παρ. (3) Με εντολή των πλευρών ο ιδιωτικός δικαστικός επιμελητής μπορεί σε σχέ&sig |